Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2015

Ο ΑΓΝΟΣ ΤΣΟΠΑΝΟΣ ΜΑΥΡΟΓΕΝΗΣ ΠΟΥ ΕΦΑΓΕ ΨΩΜΟΤΥΡΙ ΜΕ ΤΟΝ ΕΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟ!



Η αληθινή ιστορία ενός αγνού απλού τσοπάνου που κέρδισε τον Παράδεισο!



… Αυτός ό τσοπάνος, πού πήγε στον Παράδεισο, τον λέγανε Μαυρογένη, γιατί είχε µαύρα γένια και ζούσε µέ την γυναίκα του απ” τον κόσμο µακρυά, µε τα ζωντανά του και δεν κατέβαινε στο χωριό, παρά μοναχά για να πουλήσει τα τυριά του και να ψωνίσει τά χρειαζούμενα, ξεκίνησε να λέει ό Προκόπης.
Μιαν ημέρα το λοιπόν, όπου βρέθηκε στο χωριό για τις δουλειές του, πήγε να ανάψει ένα κερί στην εκκλησιά, γιατί ήτανε θεοφοβούμενος και καλής ψυχής άνθρωπος. Εκεί μιλούσε ό παπάς στους χωριανούς του και τούς έλεγε το κήρυγμα για τον ίσιο δρόμο του Θεού, πού πάει ολόισια στον Παράδεισο, αν δεν στρίβουμε δεξιά κι αριστερά.


Πρέπει να τραβούμε  ίσια και να είμαστε συμπονετικοί για κάθε άνθρωπο, όταν έχει την ανάγκη µας. Να είμαστε δηλαδή ψυχικάρηδες και να ελεούμε, γιατί το ίδιο κάνει και ο Θεός και ελεεί τον κόσμο όλο  για να ζει  και να πορεύεται. Κι όποιον δει πώς κάνει κι αυτός το ίδιο, τον συμπαθεί  πολύ και τον παίρνει στον Παράδεισο, όπου είναι ή ζωή μεγαλείο ατελείωτο!
Έτσι τα έλεγε ο παπάς κι έτσι πρέπει να είναι, κατά την γνώμη µου. Ή Εκκλησία δεν λέγει ποτέ της ψέματα και γιατί να τα πει, μαθές;



“Όλοι ακούγαμε τον απλοϊκό τσοπάνο, πού μιλούσε µέ τον δικό του παραστατικό τρόπο και κάθε λίγο σκούπιζε τά µμουστάκια του, άγνωστο γιατί, και δεν έδειχνε δυσκολία στο να εκφραστεί αυθόρμητα και να πει την πίστη του. Ό φίλος µου, πού είχε ενθουσιασθεί, ρώτησε, συντομεύοντας την μικρή παύση στην διήγηση του Προκόπη:


– Και μετά τι έγινε: Πως πήγε στον Παράδεισο;
– “Όταν γύρισε στο καλύβι του, το είπε στην γυναίκα του χαρούμενος αυτό το ευχάριστο μαντάτο και της είπε πώς θα πάει την άλλη µέρα να συναντήσει τον Θεό. “Έτσι κι έγινε.
Την άλλη µέρα πήρε ψωμοτύρι μαζί του, χαιρέτισε την κυρά του και ξεκίνησε για τον Παράδεισο. Πήρε τον ίσιο δρόμο και προχωρούσε ανάμεσα στα χωράφια, χωρίς να στρίβει δεξιά τι αριστερά, όπως είπε ο παπάς και το βραδινό κοιμήθηκε κάτω από ένα δέντρο και συνέχισε την άλλη µέρα τον ίσιο δρόμο για τον Παράδεισο.



“Έφαγε και το ψωμοτύρι, που είχε μαζί του και συνέχισε και την τρίτη µέρα και την τέταρτη. Το ένα βουνό ανέβαινε, το άλλο κατέβαινε. Την πέμπτη µέρα πείνασε πολύ και σκέφτηκε τι να κάνει και που να βρει τροφή. Κι όταν ανέβηκε το βουνό, πού ήταν μπροστά του, είδε στην απέναντι πλαγιά ένα Μοναστήρι. “Έσυρε λοιπόν και πήγε. Χτύπησε την πόρτα και ζήτησε βοήθεια. Ευτυχώς τό Μοναστήρι βρισκόταν πάνω στον δρόμο του. Τον βάλανε λοιπόν µμέσα στην εκκλησιά του Μοναστηριού να περιμένει, ώσπου να του φέρουνε τίποτε φαγώσιμο.


Κι έβλεπε ολόγυρα τις εικόνες και τις θαύμαζε, όλες του φαινότανε ζωντανές, ολοζώντανες. Μόνο, πού δεν μιλούσανε. Κι όντας έστρεψε το µάτι του και είδε στον σταυρό σταυρωμένο κι ολόγυμνο και µατωµένο τον Χριστό, αναφώνησε: -“Όχου, το παλικάρι, το λαβώσανε οι άτιμοι! “Όχου και τον έχουν κρεµασµένο ακόμα!
– Την ίδια στιγμή, ένας καλόγερος του έφερε λίγα φαγώσιμα, τα έβαλε πάνω στον πάγκο και του ‘πε να φάει, συνέχισε ο Προκόπης. Ό καλόγερος όμως μπαίνοντας τον άκουσε, πού μιλούσε στον Εσταυρωμένο και τον ρώτησε:


Μιλούσες µε κανέναν, αδερφέ; Ό Μαυρογένης, που υποψιάστηκε τον καλόγερο, πως είναι απ” αυτούς, που τον σταυρώσανε, δεν είπε τίποτα. Κι όταν έφυγε ο καλόγερος φώναξε στον Εσταυρωμένο:
– “Έ, παλικάρι! Μπορείς να κατέβεις από εκεί πάνω, να ‘ρθης να φάμε µαζί αυτά, πού µου φέρανε; Θες να έρθω να σε κατεβάσω εγώ;
– “Όχι. Μπορώ και µόνος µου να κατέβω. Έρχομαι.
– Κατέβηκε λοιπόν ο Σταυρωμένος κάτω, συνέχισε ο Προκόπης την αφήγηση του, κάθισε στον πάγκο κι έφαγε κι έπιασε κουβέντα µέ τον τσοπάνο. “Εκείνος του ‘πε να τον πάρει μαζί του, τώρα πού πάει να συναντήσει τον Θεό.
Θέλεις να σε πάρω κι εσένα; Ό Θεός είναι καλός και θά σε λυπηθεί και θα σε βάλει και σένα στον Παράδεισο. “Εγώ γι’ αυτό πάω στον Θεό. “Έρχεσαι μαζί µου; Δεν πρόλαβε όμως ο Σταυρωμένος ν” αποκριθεί, γιατί ακούστηκε να έρχεται ο καλόγερος. Τότε ο Σταυρωμένος ξανανέβηκε γρήγορα πάνω στον σταυρό κι έμεινε µέ ανοιγμένα χέρια.



Και ο καλόγερος ρώτησε τον τσοπάνο:
– Τώρα µή µου πεις πώς δεν μίλαγες µέ κανέναν. Σ’ άκουσα µέ τα ίδια µου τ’ αυτιά. Λέγε µέ ποιόν μιλούσες;
– Ό Μαυρογένης φοβήθηκε στην αρχή, δίστασε και στο τέλος είπε στον καλόγερο πώς μιλούσε με το κρεμασμένο αυτό παλικάρι, πού το λυπήθηκε και το κάλεσε να φάνε μαζί. Και είπε στον καλόγερο:
– Μη με μαρτυρήσεις, άγιε καλόγερε, αλλά θέλω νά πάω στον Παράδεισο και ό παπάς του χωριού μας είπε να πάρουμε τον ίσιο δρόμο και να είμαστε ψυχοπονιάρηδες;
Κατάλαβες; Το λυπήθηκα λοιπόν το παλικάρι και το κάλεσα να πάρει κι αυτό μια μπουκιά ψωμί. Κακό έκανα;


– Όχι, όχι, καλά έκανες και πάντα να συμπονάς τούς άναγκεμένους, αποκρίθηκε κατάπληκτος ό καλόγερος με τα όσα του είπε ό τσοπάνος. Κι έτρεξε και τα φανέρωσε όλα στον Ηγούμενο του.
Ύστερα, λέγει η ιστορία, φτάσανε όλοι οι καλόγεροι με τον Ηγούμενο στην εκκλησιά και βάλανε μετάνοια στον τσοπάνο, πού έφαγε μαζί με τον Εσταυρωμένο Χριστό και τον παρακαλέσανε να πει καμία καλή κουβέντα και για αυτούς, όταν συναντήσει τον Θεό.


– Άμα τον δω τον Θεό, θα του πω και για σας, αλλά γιατί το κρατάτε σταυρωμένο το παλικάρι; Τί σας έκανε; Κατεβάστε το να φάει και να ντυθεί, πού είναι ολόγυμνος και πληγωμένος. Κι αν δεν τον θέλετε εσείς εδώ, τον παίρνω εγώ μαζί μου.
– Εκείνοι κοκαλώσανε απ” την καλοσύνη και την αθωότητα του Μαυρογένη και, αφού του δώσανε όλα τα χρειαζούμενα, τον συνόδεψαν κάμποσο στον ίσιο δρόμο. πού ακολουθούσε κι όταν εκείνος απομακρύνθηκε, τον βλέπανε πού δεν πάταγε στην γη, αλλά περπατούσε στον αέρα μέχρι, πού χάθηκε απ’ τα μάτια τους.


Αυτός ο καλός άνθρωπος για μένα θα πήγε στον Παράδεισο δίχως άλλο. Γιατί λυπότανε όλους τούς πονεμένους, όπως κάνει κι ό Θεός. Εγώ γράμματα δεν ξέρω για να τα πω πιο όμορφα, αλλά θυμάμαι τον παππού μου τον Χαραλάμπη, πού έλεγε πώς ότι κάνεις σ” αυτήν την ζωή τα ίδια θα σου κάνουνε κι εσένα στην άλλη. Κι αυτό το πιστεύω. Αυτή είναι n Ιστορία, πού άκουσα!!

ΠΗΓΗ



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου